ἔλα

ἔλα· ἥλιος, αὐγή, καῦμα ([dialect] Lacon.), Hsch. (ϝελ-, cf.βέλα, γέλαν).
II imper. of ἐλάω, v. ἐλαύνω. [full] ἐλάα, [dialect] Att. for ἐλαία. [full] ἐλάαν, [dialect] Ep. inf. [tense] pres. of ἐλάω, ἐλαύνω, Hom.: but [tense] fut. in Il.17.496.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔλα — ἔλᾱ , ἐλαύνω drive pres imperat act 2nd sg (epic) ἔλᾱ , ἐλαύνω drive imperf ind act 3rd sg (epic) ἔλᾱ , λάω 1 imperf ind act 3rd sg ἔλᾱ , λάω 2 seize imperf ind act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλα — (I) ἔλα (Α) «ἥλιος, αὐγή, καῡμα. Λάκωνες» (Ησύχ.). (II) (Μ ἔλα) 1. με προτρεπτική σημασία («έλα τώρα να δούμε τις λεπτομέρειες») 2. ως παρακελευσματικό μόριο («βασιλείς ελάτε, ελάτε και κτυπήσατε κι εδώ», Σολωμός) 3. με το που ως διηγηματικό… …   Dictionary of Greek

  • έλα — β εν. προστ. αορ. του ρ. έρχομαι (ελάτε β πληθ.) 1. να έρθεις, κόπιασε. 2. (με σημασία προτροπής) ως επίρρ., εμπρός! άιντε!: Έλα, Πέτρο, μ ακούς τώρα στο τηλέφωνο; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἕλᾳ — ἕλαι , αἱρέω take with the hand aor imperat mid 2nd sg ἕλαι , αἱρέω take with the hand aor inf act ἕλαι , ἕλη fem nom/voc pl ἕλᾱͅ , ἕλη fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλᾶ — ἐλαύνω drive fut ind act 1st sg (attic doric aeolic) ἐλαύνω drive pres subj act 1st sg (epic doric aeolic) ἐλαύνω drive pres ind act 1st sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλᾷ — ἐλαύνω drive fut ind mid 2nd sg (attic epic) ἐλαύνω drive fut ind act 3rd sg (attic epic) ἐλαύνω drive pres subj mp 2nd sg (epic) ἐλαύνω drive pres ind mp 2nd sg (epic) ἐλαύνω drive pres subj act 3rd sg (epic) ἐλαύνω drive pres ind act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλᾶι — ἐλᾷ , ἐλαύνω drive fut ind mid 2nd sg (attic epic) ἐλᾷ , ἐλαύνω drive fut ind act 3rd sg (attic epic) ἐλᾷ , ἐλαύνω drive pres subj mp 2nd sg (epic) ἐλᾷ , ἐλαύνω drive pres ind mp 2nd sg (epic) ἐλᾷ , ἐλαύνω drive pres subj act 3rd sg (epic) ἐλᾷ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάσας — ἐλά̱σᾱς , ἐλαύνω drive fut part act fem acc pl (attic doric) ἐλά̱σᾱς , ἐλαύνω drive fut part act fem gen sg (attic doric) ἐλά̱σᾱς , ἐλαύνω drive pres part act fem acc pl (epic doric) ἐλά̱σᾱς , ἐλαύνω drive pres part act fem gen sg (epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλάμαν — ἐλά̱μᾱν , ἐλαύνω drive imperf ind mp 1st sg (epic doric aeolic) ἐλά̱μᾱν , λάω 1 imperf ind mp 1st sg (doric aeolic) ἐλά̱μᾱν , λάω 2 seize imperf ind mp 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕλας — ἕλᾱς , αἱρέω take with the hand aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) αἱρέω take with the hand aor ind act 2nd sg (homeric ionic) ἕλᾱς , ἕλη fem acc pl ἕλᾱς , ἕλη fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλαίνεον — ἐλᾱΐνεον , ἐλαίνεος masc acc sg ἐλᾱΐνεον , ἐλαίνεος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.